ηχώ


ηχώ
[ихо] р. издавать звук Θ.Θ. θ [τ] (восьмая буква греческого алфавита), Θ.βω [таво] р. хоронить, погребать. Θ.λαμηγός [таламигос] ουσ. Θ. яхта. Θ.λασσα [таласса] ουσ. Θ. море, Θ.λάσσιος [талассиос] εκ. морской. Θ.λασσόλυκος [тапассоликос] ουσ. а. морской волк, Θ.λασσοπλοΐα [талассоплоиа] ουσ. Θ. судоходство, Θ.μνος [там нос] ουσ. а. куст, кустарник. Θ.μνώδης [тамнодис] εκ. заросший (кустарником) Θ.μπάδα [тамбада] ουσ. Θ. потускнение. Θ.μπός [тамбос] εκ. тусклый, Θ.μπώνω [тамбоно] р. делать тусклым. Θ.μώνας [тамонас] ουσ. а. завсегдатай. Θ.νάσιμος [танасимос] εκ. смертельный. Θ.νατηφόρος [танатифорос] εκ. смертельный Θ.νατος [танатос] ουσ. а. смерть, Θ.νατώνω [танатоно] р. умерщвлять, придавать смерти, Θ.ρραλέος [таррапэос] εκ. храбрый, смелый, Θ.ρρος [таррос] ουσ. о. храбрость, смелость, Θ.ρρώ [тарро] р. думать, полагать. Θ.ύμα [тавма] ουσ. о. чудо, Θ.υμάζω [тавмаэо] р. удивляться, восхищаться, Θ.υμάσιος [тавмасиос] εκ. достойный восхищения, Θ.υμασμός [тавмазмос] ουσ. а. удивление, восхищение, Θ.υμαστής [тавмастис] ουσ. а. поклонник, обожатель, Θ.υμαστικό [тавмастико] ουσ. о.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ηχώ" в других словарях:

  • Ἠχῶ — Ἠχώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Ἠχώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχώ — ηχώ, ήχησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • Ἠχώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχώ — echo fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχώ — Φαινόμενο ανάκλασης του ήχου, κατά το οποίο ένας ήχος ακούγεται επαναλαμβανόμενος ακόμα και πολλές φορές –ολόκληρος ή ένα μέρος του– ορισμένο χρόνο μετά τη στιγμή της εκπομπής του. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται όταν o ήχος –ο οποίος διαδίδεται… …   Dictionary of Greek

  • ἠχῶ — ἠχέω sound pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἠχέω sound pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἠχώ echo fem acc sg ἠχώ echo fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχώ — [ихо] ουσ. Θ. эхо, отголосок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ηχώ — ησα, αμτβ. 1. παράγω ήχο, βουίζω: Ήχησε η σάλπιγγα. 2. μτφ., αφήνω απήχηση, δημιουργώ εντύπωση, ακούομαι ευχάριστα ή δυσάρεστα: Τα λόγια του ήχησαν άσχημα. η ώς (μόνον στον εν.), αντίλαλος, φαινόμενο που οφείλεται στην ανάκλαση του ήχου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἤχῳ — ἤ̱χῳ , ἦχος sound masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἠχοῦς — Ἠχώ fem nom/voc pl Ἠχώ fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)